Καστέλλο της Ροδοδάφνης (Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας)

Άποψη του Μεγάρου της Δούκισσας της Πλακεντίας
Άρχισε να οικοδομείται το φθινόπωρο του 1840, ενώ προηγουμένως εκτελέσθηκαν τα έργα υποδομής, και εξορύχτηκαν από τα λατομεία του Πεντελικού 100 κ.μ. μαρμάρου που προορίζονταν για την ανέγερσή του. Στα τέλη του 1847, όταν ξέσπασε η πυρκαϊά της οικίας της δούκισσας στην Αθήνα (επί της οδού Πειραιώς) και η αποτέφρωση της σωρού της κόρης της, με αποτέλεσμα την μείωση του ενδιαφέροντος της δούκισσας για τις οικοδομές της, το κτίσιμο των τοίχων είχε μεν περατωθεί, αλλά δεν είχε τελειώσει η στέγη ούτε το εσωτερικό της έπαυλης. Το Καστέλλο της Ροδοδάφνης, περιήλθε μετά το θάνατο της δούκισσας στο Δημόσιο, παρέμεινε ημιτελές, στο έλεος του κάθε εκδομέα που χάραζε το όνομά του στους ασοβάντιστους τοίχους του.

Το 1889, το επισκέπτεται ο περιηγητής Rennel Rodd, ο οποίος και περιγράφει: «…λίγο αργότερα, όταν, καθώς προχωρούσε η ημέρα, μειώθηκε κάπως η δύναμη του ηλίου, θα εξορμήσεις (από τη μονή) προς τα κάτω, βαδίζοντας ανάμεσα από ολάνθιστους θάμνους μυρτιών, για να φθάσεις στην μεγάλη, μισοερειπωμένη έπαυλη, την οποία έκτισε για λογαριασμό της η δούκισσα της Πλακεντίας, όταν η περαιτέρω παραμονή της στην Γαλλία κατέστη αφόρητη και όταν επέλεξε τα ορεινά της Αττικής ως τόπο εξορίας της, όπου ήταν ελεύθερη να εξασκήσει τις εκκεντρικότητές της και όπου συνανεστράφη με τις τραχιές συμμορίες των βουνών. Η έπαυλη βρίσκεται σε υψηλό σημείο μιάς ανηφορικής κοιλάδας, η οποία είναι παράλληλη ή μάλλον συγκλίνει με αυτήν που οδηγεί στη μονή. Κτισμένη κυρίως από μάρμαρο, το οποίο εξορύχθηκε από όχι μακριά, παρουσιάζεται με την μορφή ενός μάλλον άχαρου τετράγωνου όγκου, στον οποίο ανοίγονται λίαν οξυκόρυφα γοτθικά παράθυρα, και τον οποίο δεν δείχνει να εκλόνισε ο πρόσφατος σεισμός. Η στέγη έχει κατά διαστήματα καταρρεύσει, τα πατώματα και τα ταβάνια ουδέποτε κατασκευάσθηκαν, αλλά τα δοκάρια είναι σχεδόν ανέπαφα, λόγω του ξηρού κλίματος. Καθώς ό, τι υπάρχει δείχνει γερό, είναι απορίας άξιο το πώς κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να αποπερατώσει ένα σχεδόν έτοιμο σπίτι και επί πλέον κτισμένο σε μία τόσο όμορφη τοποθεσία. Μία αγριοσυκιά φορτωμένη με τους άνοστους καρπούς της που κολλούνε στα δάκτυλα, έχει φυτρώσει καταμεσίς στην αυλή και το νερό μιας πηγής που αναβλύζει από τον βράχο εκεί κοντά, έχει σχηματίσει πραγματικό τέλμα μπροστά στην είσοδο. Από τον εξώστη φαίνεται η δασωμένη κοιλάδα που κατέρχεται απαλά την πλαγιά έως την πεδιάδα, εκτεινόμενη ανάμεσα σε δύο τραχιές βραχώδεις προεξοχές των λόφων, κατάφυτη από πεύκα, ιτιές, βασιλικές δρύες, και θάμνους από μύρτα και σχίνα…» (Rodd Rennell Pentelicon, a day & a night Extr. Universal review, 1889).

Το Καστέλλο της Ροδοδάφνης, παρέμεινε στην κατάσταση αυτή έως το 1959, έτος κατά το οποίο ορίσθηκε από το κράτος ως κατοικία του τότε Διαδόχου, και μετέπειτα βασιλέως Κωνσταντίνου Β', που εγκαταστάθηκε σε αυτό από το 1961 έως το 1964. Οι εργασίες αποπεράτωσης και εκσυγχρονισμού του κτιρίου, πραγματοποιήθηκαν την διετία 1960-1961, από τον αυλικό αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Μπαλτατζή. Σήμερα η χρήση του έχει περιέλθει στο Δήμο Πεντέλης, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως πνευματικό κέντρο, πραγματοποιώντας στην αυλή του το καλοκαίρι διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το κτίριο και ο περιβάλλον χώρος είναι ασυντήρητοι και δίνουν εικόνα πλήρους εγκατάλειψης.

Η Ροδοδάφνη, αποτελεί παραλλαγή της Επαύλεως των Ιλισίων (νυν Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο) στην Αθήνα. Η παρατήρηση αυτή ισχύει όχι μόνο για το κυρίως κτίσμα, αλλά και για τις χαμηλές πτέρυγες με τους βοηθητικούς χώρους που πλαισιώνουν από τις δύο πλευρές την κεντρική αυλή, καθώς και για τις πίσω από αυτές δευτερεύουσες αυλές με τα καταλύματα του προσωπικού, τους στάβλους, τα αμαξοστάσια και τις αποθήκες. Η κύρια διαφορά ως προς την γενική σύλληψη του συγκροτήματος, οφείλεται στην μορφολογία του εδάφους που υποχρεώνει η θέση του πυλώνα να μην είναι στην ευθεία της κυρίας εισόδου του κτιρίου, αλλά σε γωνία 90 μοιρών σε σχέση με αυτή. Στον άξονα της εισόδου βρίσκεται μία απλή μεταλλική καγκελόπορτα, μέσω της οποίας επικοινωνεί η στενόμακρη εξωτερική, με την τετράπλευρη και ευρεία κεντρική εσωτερική αυλή.

Η αρχιτεκτονική σύλληψη του κτιρίου, είναι στις βασικές της γραμμές απλή: μία στοά (διώροφη στα Ιλίσια) που τρέχει κατά μήκος της βόρειας εν εσοχή προσόψεως και ενώνει στο επίπεδο του ισογείου, μεταξύ τους δυο ορθογώνιους προεξέχοντες πύργους. Τα γοτθικά τόξα της στοάς στο ισόγειο -ανά τρία ένθεν και ένθεν της ισοϋψούς κεντρικής εξώθυρας- και τα επτά υψηλά επίσης γοτθικά, παράθυρα στους δυο ορόφους της βόρειας πλευράς του κεντρικού κορμού του κτιρίου, έρχονται σε ευχάριστη αντίθεση με τα στενόμακρα, σαν διπλές και τριπλές πολεμίστρες, ανοίγματα στον τρίτο όροφο, όπως επίσης και στο δεύτερο και τον τρίτο όροφο των δύο πύργων. Η πρόσοψη, γράφει ο Κώστας Μπίρης, διαπνέεται από σπάνιο αρχιτεκτονικό μεγαλείο. Οι όροφοι υποδηλώνονται μόνο με μία ελαφριά μαρμάρινη σκαλιστή «ζεύξη» που χωρίζει σε ζώνες τις πλατιές γεμάτες, γυμνές και απέριττες επιφάνειες. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται στην όλη αισθητική του κτιρίου, όπως ορθά παρατηρεί η Όλγα Μπαδήμα-Φουρναράκη μία ιδανική «…ισορροπία μεταξύ οριζόντιας και κατακόρυφης ρυθμικότητας». Το κύριο διακοσμητικό στοιχείο της νότιας πλευράς, είναι, όπως και στην Maisonette, η κλειστή βεράντα, που καταλαμβάνει ολόκληρο το νότιο τμήμα του 3oυ ορόφου, κρυμμένη πίσω από πυκνή σειρά στενών ανοιγμάτων με γοτθικά τόξα. Έτσι, όταν το φώς του ηλίου λούζει την νότια όψη του καστέλλου, επιτυγχάνεται στο ύψος της κλειστής αυτής στοάς, χάρη στα στενά και παράλληλα ανοίγματα, μία ευχάριστη εναλλαγή φωτός και σκιάς, στην ζώνη λίγο πιο κάτω από την μελετημένα προεξέχουσα στέγη. Αυστηρή και μεγαλόπρεπη σκάλα, που από τις δύο πλευρές προεκτείνει -αποκλίνοντας ελαφρώς προς νότο- τον ευρύ εξώστη, πάνω στον οποίο εδράζεται η στιβαρή νότια πρόσοψη, οδηγεί στον κήπο και το πευκόφυτο άλσος που πάλαι ποτέ περιέβαλλε την έπαυλη.

Το κτίριο είναι ολόκληρο κτισμένο με μάρμαρο, εκτός από τον 2o και 3o όροφο της βόρειας πλευράς, οι οποίοι, είτε δεν πρόλαβαν να επενδυθούν προτού η δούκισσα χάσει το ενδιαφέρον της για την οικοδομή, είτε προορίζονταν να καλυφθούν με καταλλήλως χρωματισμένο επίχρισμα, το οποίο θα σχημάτιζε ενδιαφέρουσα αντίθεση με το γκριζόλευκο μάρμαρο του λοιπού κτιρίου.

Είναι φανερό πως το Καστέλλο της Ροδοδάφνης είναι έργο σημαντικού αρχιτέκτονα και πως αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα αρχιτεκτονικά δείγματα του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

 

Παπανικολάου-Κρίστενσεν Αριστέα Χριστιανός Χάνσεν, Επιστολές & Σχέδια από την Ελλάδα (Αθήνα, 1993).
Μπαδήμα-Φουντουλάκη Όλγα Κλεάνθης σελ. 166 - 169, 206, 207.